Σπήλαιο Φράγχθι

 

ΨΑΡΙΑ ΚΑΙ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΦΡΑΓΧΘΙ

Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η αρχαιολογία είναι σε μεγάλο βαθμό η επιστήμη των σκουπιδιών. Η δουλειά των αρχαιολόγων κατά το μεγαλύτερο μέρος της συνίσταται στην σχολαστική και επίπονη ανασκαφή, ανάλυση, μελέτη και δημοσίευση των καταλοίπων της ανθρώπινης δραστηριότητας του παρελθόντος, των υλικών δηλαδή που οι αρχαίοι άφησαν πίσω τους. Οι άθικτοι τάφοι με τις χρυσές μάσκες και τα ολόκληρα διακοσμημένα αγγεία είναι είδος σπάνιο. Η αρχαιολογική σκαπάνη συνήθως δε φέρνει στο φως τίποτα άλλο από υπολείμματα γευμάτων που έλαβαν χώρα χιλιάδες χρόνια πριν, μικρά κομμάτια σπασμένων πήλινων αποθηκευτικών, μαγειρικών ή άλλων σκευών, λίθινων ή οστέινων εργαλείων, κοσμημάτων ή ειδωλίων, γκρεμισμένες κατασκευές και κτίρια. Κι όμως αυτά τα απορρίμματα κρύβουν μέσα τους ένα θησαυρό πληροφοριών για τη ζωή των ανθρώπων που τα παρήγαγαν που μόνο η ανασκαφή και μελέτη με επιστημονικές προδιαγραφές από ειδικούς (και όχι αρχαιοκάπηλους!) μπορεί να αποκωδικοποιήσει. Σήμερα θα αναφερθούμε σε ένα μέρος αυτών των...σκουπιδιών: τα κόκαλα των ψαριών που ανακαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές στο σπήλαιο Φράγχθι.

Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες των ανασκαφών που διεξήχθησαν στη σπηλιά από το 1967 έως το 1976 υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Τόμας Τζάκομπσεν είναι η εφαρμογή της τεχνικής του συστηματικού κοσκινίσματος. Όλο το χώμα που βγήκε από τις ανασκαφικές τομές πέρασε από τα ξερά κόσκινα, ενώ ένα δείγμα πέρασε από το νεροκόσκινο που εξασφαλίζει τη συλλογή και των πιο μικρών ευρημάτων. Αρκετοί κάτοικοι της περιοχής θα θυμούνται τα ξερά κόσκινα και το νεροκόσκινο αφού είχαν βοηθήσει στην κατασκευή τους, είχαν εργαστεί στο κοσκίνισμα ή είχαν συμμετάσχει στο επίπονο ξεδιάλεγμα του ιζήματος του νεροκόσκινου. Το κοσκίνισμα ενός τεράστιου όγκου χώματος είχε σαν αποτέλεσμα τη συλλογή εκατομμυρίων ευρημάτων, κάποια από τα οποία είναι μικροσκοπικά (π.χ. χάντρες, σπόροι, κόκαλα και δόντια τρωκτικών). Ανάμεσα τους και δεκάδες χιλιάδες οστά ψαριών. Πάνω από 25 είναι τα είδη ψαριών που αντιπροσωπεύονται στο ιχθυολογικό υλικό. Η προκαταρκτική μελέτη αυτού του υλικού από τον αρχαιολόγο Δρ. Μαρκ Ρόουζ έχει καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:

Οι πρώτες ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας στη σπηλιά ανάγονται περίπου 25.000 χρόνια πριν, σε μια εποχή που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν Υστερη Παλαιολιθική. Κανένα ίχνος ψαριού δεν έχει αναγνωριστεί από αυτή την περίοδο, κάτι που σημαίνει είτε ότι το ψάρι δεν αποτελούσε μέρος της διατροφής είτε ότι τα κόκαλα των ψαριών που καταναλώθηκαν δεν διατηρήθηκαν ή--το λιγότερο πιθανό--δεν ανακαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή.

Τα πρώτα υπολείμματα ψαριών που βρέθηκαν στη σπηλιά χρονολογούνται στο τέλος της Υστερης Παλαιολιθικής και στην αρχή της Πρώιμης Μεσολιθικής περιόδου (11.000-9.100 χρόνια πριν). Η σπηλιά σ' αυτή την περίοδο, όπως άλλωστε και στην προηγούμενη, χρησιμεύει ως ένας σταθμός στη διάρκεια των μετακινήσεων ενός πολύ μικρού νομαδικού πληθυσμού που ζει στην Πελοπόννησο από το κυνήγι και τη συλλογή καρπών. Το ποσοστό των οστών ψαριών που ανακαλύφθηκαν είναι χαμηλό (1% του συνολικού βάρους των ζωϊκών οστών). Τα χέλια, τα κεφαλόπουλα και τα σπαροειδή (Sparidae, κυρίως οι τσιπούρες) κυριαρχούν στο ιχθυολογικό υλικό. Σε μικρότερες ποσότητες εμφανίζονται το μουγκρί, το λαβράκι και ο σκιός. Όλα αυτά τα είδη είναι χαρακτηριστικά των Μεσογειακών λιμνοθαλασσών και παραπέμπουν σε ένα υφάλμυρο περιβάλλον. Η μικρή ποσότητα υπολειμμάτων ψαριών είναι μάλλον ένδειξη της ευκαιριακής εκμετάλλευσης μιας σχετικά κοντινής πηγής. Να σημειώσουμε ότι στην αρχή της περιόδου η ακτή απέχει 3 χλμ. από την σπηλιά, ενώ προς το τέλος της η απόσταση έχει μειωθεί στα 2 χλμ.

Αρχαιολογικά στοιχεία για τα σύνεργα της ψαρικής εκείνης της περιόδου αλλά και για τις εποχές ψαρέματος απουσιάζουν, αλλά μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιες υποθέσεις με βάση όσα γνωρίζουμε για το παραδοσιακό ψάρεμα σε λιμνοθάλασσες στις μέρες μας. Πιο συγκεκριμένα ξέρουμε ότι αυτό γίνεται με διάφορες μεθόδους και σύνεργα, όπως απλές παγίδες και καμάκια ή πολύπλοκους καλαμένιους περιβόλους. Ξέρουμε επίσης ότι πολλά λιμνοθαλάσσια είδη ψαρεύονται από την αρχή του φθινοπώρου μέχρι την αρχή του χειμώνα (πχ. χέλι, λαβράκι, τσιπούρα, κάποια είδη κεφαλόπουλων) ενώ άλλα την άνοιξη ή σε όλη τη διάρκεια του χρόνου (μουγκρί και κάποια άλλα είδη κεφαλόπουλων). Είναι πιθανό το ψάρεμα αυτών των ειδών στην μακρινή περίοδο που μας ενδιαφέρει να λάμβανε χώρα τις ίδιες εποχές και με εργαλεία σε γενικές γραμμές παρόμοια με τα παραδοσιακά αν και απλούστερων μορφών.

Στην Υστερη Μεσολιθική περίοδο (9.000-8.000 χρόνια πριν) παρατηρούνται αλλαγές τόσο στα είδη όσο και στη σχετική συχνότητα των ψαριών που αντιπροσωπεύονται στο αρχαιολογικό υλικό. Τώρα τα οστά των ψαριών ανέρχονται περίπου στο 50% του συνολικού βάρους των ζωϊκών οστών. Κυρίαρχο είδος σ' αυτή την περίοδο είναι ο τόνος. Άλλα καινούργια είδη είναι η σφυρίδα και η σφύρνα. Αυτά τα ψάρια ζουν σε ένα πλήρως θαλάσσιο παρά σε υφάλμυρο περιβάλλον. Τα χέλια απουσιάζουν παντελώς από τα ιχθυολογικά κατάλοιπα, ενώ τα κεφαλόπουλα και τα σπαροειδή (κυρίως σάλπες) εξακολουθούν να εμφανίζονται σε μικρές ποσότητες. Η παρουσία κεφαλόπουλων αποτελεί ίσως μια ένδειξη της συνεχιζόμενης εκμετάλλευσης ενός υφάλμυρου περιβάλλοντος, αν και η αλήθεια είναι ότι αυτό το είδος θα μπορούσε να είχε αλιευτεί και στη θάλασσα. Ας σημειωθεί ότι τώρα η ακτή βρίσκεται 1-2 χλμ. μακριά από την είσοδο της σπηλιάς.

Κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τον τόνο: Με βάση το μέγεθος των οστών των τόνων που ανακαλύφθηκαν προκύπτει ότι οι περισσότεροι από αυτούς είχαν αλιευτεί στο τρίτο έτος της ζωής τους και ζύγιζαν περίπου 8-15 κιλά. Μερικοί πάντως ήταν πολύ μικρότεροι (2-4 κιλά), ενώ αντίθετα κάποιοι άλλοι έφθαναν μέχρι και τα 200 κιλά.

Η στροφή που παρατηρείται στις αλιευτικές στρατηγικές από την εκμετάλλευση ειδών χαρακτηριστικών ενός λιμνοθαλάσσιου περιβάλλοντος στην εκμετάλλευση ενός συνδυασμού ειδών που συχνάζουν στο βυθό κοντά στην ακτή και πελάγιων μεταναστευτικών ειδών προϋποθέτει αλλαγές τόσο στις τεχνικές όσο και στις εποχές ψαρέματος. Οι μέθοδοι που προσιδιάζουν στο περιβάλλον της λιμνοθάλασσας έχουν πια γενικά εγκαταλειφθεί. Τώρα χρησιμοποιούνται δίχτυα και καρτέρια κοντά στην ακτή όπως επίσης και βάρκες. Ενώ τα μικρά ψάρια που συχνάζουν κοντά στην ακτή θα πρέπει να ήταν διαθέσιμα ολόκληρο τον χρόνο, ο τόνος θα πρέπει να ψαρεύονταν στα τέλη της άνοιξης ή στις αρχές του φθινοπώρου. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι οι μεγαλύτεροι τόνοι θα πρέπει να πιάνονταν στις ακτές νότια της Εύβοιας και της Ανδρου, σε περιοχές δηλαδή υψηλής θαλάσσιας παραγωγικότητας. Αυτή η υπόθεση όμως αμφισβητείται από τον Δρα. Ρόουζ, ο οποίος υποστηρίζει οτι τέτοιες πλούσιες περιοχές θα πρέπει να υπήρχαν και πολύ πιο κοντά στο Φράγχθι, συγκεκριμένα στο Σαρωνικό Κόλπο και στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου. Άλλωστε, όπως ο ίδιος προσθέτει, οι τόνοι θα μπορούσαν να είχαν πιαστεί και κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων τους και επομένως μακριά από τους συνήθεις βοσκότοπούς τους. Η υπόθεση ότι το ψάρεμα του τόνου στη Μεσολιθική εποχή γινόταν σχετικά κοντά στη σπηλιά υποστηρίζεται εξάλλου και από το γεγονός ότι τα κατάλοιπα των τόνων στο Φράγχθι περιλαμβάνουν οστά από όλο το σώμα του ψαριού (σπόνδυλοι, κεφάλι, πτερύγια, και ουρά). Δεν είναι απίθανο οι Φραγχθιώτες εκείνης της εποχής να μετέφεραν ολόκληρο το ψάρι από την Εύβοια σε μια απόσταση 200 χλμ.; Αν και η ανακάλυψη σε μεσολιθικά στρώματα της σπηλιάς οψιανού από τη νήσο Μήλο αποδεικνύει ότι αυτοί ήταν σίγουρα ικανοί για μεγάλα θαλάσσια ταξίδια, η παρουσία στο αρχαιολογικό υλικό οστών από ολόκληρο το σώμα των αλιευμένων τόνων μάλλον παραπέμπει σε μια επεξεργασία αυτών των ψαριών στη σπηλιά ή τουλάχιστον κοντά σ' αυτή.

Ο τόνος στο Μεσολιθικό Φράγχθι ίσως αντιπροσωπεύει μια σχετικά σημαντική πηγή τροφής τουλάχιστον σε μια εποχιακή βάση, κάτι που συμβιβάζεται με τον τροφοσυλλεκτικό τρόπο ζωής αυτής της περιόδου που δε δημιουργεί τις πιέσεις χρόνου πού χαρακτηρίζουν οικονομίες που βασίζονται στη γεωργία και κτηνοτροφία.

Η Νεολιθική περίοδος (6.000-3.000 π.Χ.) διακρίνεται από τις προηγούμενες από την εκμετάλλευση εξημερωμένων ζώων (πχ. αιγοπρόβατα) και φυτών (πχ. σιτάρι και κριθάρι). Η κύρια ασχολία στο Φράγχθι και αλλού είναι τώρα η γεωργία και η κτηνοτροφία. Σχετικά μικρή έμφαση δίνεται στο ψάρεμα παρά το γεγονός ότι η ακτή είναι τώρα πολύ πιο κοντά στη σπηλιά (σε απόσταση περίπου 1 χλμ. 5000 χρόνια πριν). Η σύνθεση του ιχθυολογικού υλικού από το Νεολιθικό Φράγχθι είναι διαφορετική από αυτή των προηγούμενων περιόδων. Η πλειονότητα των οστών προέρχονται από σπαροειδή (σάλπες, τσιπούρες, σαργοί, και λιθρίνια). Ένα μεγάλο είδος σαρδέλλας που εμφανίστηκε μόνο σποραδικά παλαιότερα παρουσιάζεται τώρα σε μεγαλύτερους αριθμούς. Η σφυρίδα, το κεφαλόπουλο και η σφύρνα συνεχίζουν σε μικρές αλλά σταθερές ποσότητες. Οι μεγάλοι τόνοι είναι σπάνιοι και τα περισσότερα άτομα που αλιεύτηκαν αυτή την περίοδο δεν θα πρέπει να ξεπερνούσαν τα 1-5 κιλά. Ενδιαφέροντα είναι άλλωστε και κάποια υπολείμματα οξύρρυγχων.

Έτσι κατά μια έννοια το ψάρεμα στη Νεολιθική περίοδο συνεχίζει την τάση της Μεσολιθικής, ενώ κατά μια άλλη είναι πολύ διαφορετικό. Η εκμετάλλευση και πετρόψαρων και μεταναστευτικών ειδών του ανοιχτού πελάγους είναι μια ένδειξη συνέχειας. Αλλά ο τόνος στη Νεολιθική είναι πολύ λιγότερο συνηθισμένος και μικρότερος από ότι στη Μεσολιθική και αντιπροσωπεύει μια μικρότερη ηλικιακή ομάδα και μια διαφορετική τεχνική ή περιοχή ψαρέματος. Ίσως όμως η μεγαλύτερη διαφορά έγκειται στον προγραμματισμό του ψαρέματος. Με την εισαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας χρόνος θα μπορούσε να αφιερωθεί στο ψάρεμα μόνο αφού άλλες ανάγκες και απαιτήσεις σχετικές με τις δύο αυτές ασχολίες είχαν ικανοποιηθεί.

Μόνο λίγα κοκάλινα αγκίστρια έχουν διασωθεί από τα σύνεργα της ψαρικής στο Νεολιθικό Φράγχθι, αλλά οι αρχαιολόγοι έχουν λόγους να πιστεύουν ότι εκτός από τα αγκίστρια χρησιμοποιούνταν και άλλα εργαλεία που λόγω του οργανικού υλικού τους δεν έχουν διατηρηθεί. Χιλιάδες σπόνδυλοι μήκους 2-3 χιλιοστών μαρτυρούν τη χρήση διχτύων ή παγίδων με τρύπες τόσο μικρές ώστε να μπορούν να πιάσουν ψάρια μήκους 10-12 εκατοστών. Λόγω του μεγέθους τους, τα αγκίστρια που βρέθηκαν δεν ενδείκνυνται για το ψάρεμα μικρών ψαριών και μάλλον χρησιμοποιήθηκαν στο ψάρεμα μεγαλύτερων ειδών, όπως οι τσιπούρες, οι σαργοί και οι σφυρίδες. Εξάλλου αφού οι σφυρίδες είναι μοναχικά ψάρια είναι πιο πιθανό να ψαρεύονταν με αγκίστρι και καλάμι παρά με δίχτυ. Ο τόνος από την άλλη είναι καλύτερος υποψήφιος για ψάρεμα με δίχτυ σε συνδυασμό με τη χρήση πλοιαρίων.

Η μέχρι στιγμής μελέτη των ιχθυολογικών καταλοίπων από το σπήλαιο Φράγχθι μας έχει δώσει πολλές πληροφορίες για τα ψάρια και το ψάρεμα σ' αυτή την προϊστορική θέση. Πολλά ερωτήματα όμως παραμένουν αναπάντητα. Παραδείγματος χάριν, πόσα μέλη της κοινότητας του Φράγχθι ασχολούνταν με το ψάρεμα; Η μήπως ήταν αυτό μια εποχιακή απασχόληση ολόκληρης της κοινότητας; Ποιος κατασκεύαζε τα αγκίστρια, τα δίχτυα, τα καμάκια, τις παγίδες; Ποιος επιδιόρθωνε τα δίχτυα; Ποιος συντηρούσε τις βάρκες; Ποιος επεξεργάζοταν τα ψάρια; Κάποια από αυτά τα ερωτήματα ελπίζουμε ότι θα απαντηθούν με την περαιτέρω συστηματική μελέτη και δημοσίευση του υλικού.

Η ανασκαφή στο σπήλαιο Φράγχθι αποκάλυψε μια μοναδική για τα ελληνικά--και όχι μόνο--δεδομένα ακολουθία ιχθυολογικού υλικού που καλύπτει πάνω από 20.000 χρόνια. Η ανασκαφή στο Φράγχθι είναι άλλωστε μια από τις πρώτες στην ανατολική Μεσόγειο που έδωσαν σημασία στα ιχθυολογικά κατάλοιπα. Η μελέτη του αρχαίου ιχθυολογικού υλικού (η επιστήμη της αρχαιοϊχθυολογίας με άλλα λόγια) είναι ακόμα στα σπάργανα, καθώς σπανίζουν οι ειδικοί με υπόβαθρο στην αρχαιολογία αλλά και με εμπειρική γνώση των ψαριών, των συνηθειών τους, και των αλιευτικών τεχνικών. Ίσως κάποια από τα νέα παιδιά της Κοιλάδας που έχουν αυτή την εμπειρική γνώση θα πρέπει να σκεφτούν την πιθανότητα μιας καριέρας σ' αυτόν τον παραμελημένο αρχαιολογικό κλάδο. Η επιστήμη της αρχαιολογίας θα είχε σίγουρα πολλά να ωφεληθεί από μια τέτοια επιλογή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Jameson, Michael H., Curtis Runnels, και Tjeerd H. van Andel. 1994. A Greek Countryside: The Southern Argolid from Prehistory to Present Day. Στάνφορντ.

Rose, Mark. “Fishing in a Changing Environment: Franchthi Cave, Greece, 11,000-5,000 B.P.”

Rose, Mark. “Tunny as a Resource in the Prehistoric Aegean”.

Rose, Mark. “Early Fishing in the Aegean”. Σε A. Jones (επιμ.), Fish and Archaeology, Οξφόρδη.

Rose, Mark. “Neolithic Fishing in the Aegean: New Evidence from Franchthi Cave”. Ανακοίνωση στο 87ο Ετήσιο Συνέδριο του Aμερικάνικου Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, 1985.

Άννα Στρούλια. Δρ. Αρχαιολογίας και Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Ιντιάνα.

 

[Αρχή] [ Ερμιονίδα] [Πως θα έρθετε] [ Που θα μείνετε ] [ Πληροφορίες[ Διασκέδαση ]  [ Καταστήματα ] [ Υπηρεσίες ] [Μεσιτικά Γραφεία ] [ Εκδηλώσεις ] [ Ιστορία ] [ Εκπαίδευση ]  [ Άρθρα-αναφορές ]  [ Δικτυωθείτε ]